Διπλή «τανάλια» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις: Ακριβότερο χρήμα για ακριβότερες προμήθειες

Διπλό λογαριασμό από τις ακριβότερες προμήθειες και το κόστος χρηματοδότησής τους αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) στην Ελλάδα, καθώς οι ανατιμήσεις στην ενέργεια και στα εισαγόμενα βιομηχανικά προϊόντα αυξάνουν τις ανάγκες ρευστότητας σε μια περίοδο υψηλών επιτοκίων.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι προμήθειες γίνονται ακριβότερες την ίδια στιγμή που αυξάνεται και το κόστος ορισμένων κατηγοριών δανεισμού. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν ετήσια άνοδο περίπου 14% στις τιμές εισαγωγών στη βιομηχανία τον Αύγουστο, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε τον ίδιο μήνα αύξηση του μέσου επιτοκίου των νέων κυμαινόμενων δανείων τακτής λήξης προς τις ΜμΕ.
Η προειδοποίηση της ΕΚΤ μετά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου προσθέτει ανησυχία για τη συνέχεια. Η κεντρική τράπεζα διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση της ενεργειακής κρίσης αναμένεται να ενισχύσει τον πληθωρισμό και να περιορίσει την ανάπτυξη. Καταγράφει επίσης επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών στην Ευρωζώνη από την προηγούμενη συνεδρίασή της.
Περισσότερα χρήματα για την ίδια λειτουργία
Η πίεση στην ελληνική παραγωγή αποτυπώνεται ιδιαίτερα στην ενέργεια και στα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή άλλων προϊόντων. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τον Αύγουστο οι τιμές της εισαγόμενης ενέργειας αυξήθηκαν περίπου 46% σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, ενώ στα ενδιάμεσα αγαθά η άνοδος ήταν περίπου 6%.
Οι ανατιμήσεις αυτές αυξάνουν το ποσό που χρειάζεται μια επιχείρηση για να αγοράσει τις ίδιες ποσότητες υλικών και να διατηρήσει την παραγωγή της. Στη μεταποίηση, η επιβάρυνση συνδέεται με την αγορά πρώτων υλών και την κατανάλωση ενέργειας, ενώ στο εμπόριο το κόστος των εμπορευμάτων καθορίζει τα χρήματα που δεσμεύονται στο απόθεμα.
Αυτό είναι το κεφάλαιο κίνησης, δηλαδή τα χρήματα που απαιτούνται για να λειτουργεί η επιχείρηση μέχρι να εισπράξει από τις πωλήσεις της. Όταν ένα μέρος τους προέρχεται από τραπεζική χρηματοδότηση, στο κόστος των αγορών προστίθενται οι τόκοι.
Η ΕΚΤ περιγράφει ήδη αυτή την πίεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι επιχειρήσεις εμφανίζουν αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες για αποθέματα και κεφάλαιο κίνησης, ενώ η ζήτηση δανείων υποχώρησε, κυρίως εξαιτίας των υψηλότερων επιτοκίων. Η εξέλιξη αυτή δείχνει τη δυσκολία συνδυασμού περισσότερων αναγκών ρευστότητας με ακριβότερη χρηματοδότηση.
Ο λογαριασμός των μικρότερων δανείων
Στην Ελλάδα, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία επιτοκίων, για τον Αύγουστο, δείχνουν ότι το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων έως 250.000 ευρώ πλησίαζε το 5%. Στα επαγγελματικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, το αντίστοιχο επιτόκιο προσέγγιζε το 7%.
Η δεύτερη κατηγορία αφορά μορφές ανοιχτής χρηματοδότησης, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών. Για έναν επαγγελματία που δανείζεται για να πληρώσει προμηθευτές ή άλλες υποχρεώσεις, ο τόκος γίνεται μέρος του καθημερινού λογαριασμού λειτουργίας.
Η επιβάρυνση αποκτά μεγαλύτερη σημασία στις επιχειρήσεις με περιορισμένα περιθώρια κέρδους. Η απορρόφηση των αυξήσεων μειώνει το ποσό που απομένει από τις πωλήσεις, ενώ η μετακύλισή τους στις τελικές τιμές μεταφέρει την πίεση στον πελάτη. Παράλληλα, η μεγαλύτερη δέσμευση χρημάτων για τρέχουσες ανάγκες περιορίζει τη διαθέσιμη ρευστότητα για εξοπλισμό και άλλες επενδύσεις.
Διαφορετική εικόνα στη χρηματοδότηση
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Σεπτέμβριο δείχνουν και τις διαφορές μεταξύ κατηγοριών δανειοληπτών. Η τραπεζική χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξανόταν με ετήσιο ρυθμό περίπου 8%. Στους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις, αντίθετα, καταγραφόταν ετήσια μείωση περίπου 2%.
Στην τελευταία κατηγορία, η καθαρή ροή χρηματοδότησης του Σεπτεμβρίου ήταν θετική κατά 60 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, σε ετήσια βάση η τραπεζική χρηματοδότηση παρέμενε μικρότερη από την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι αυξημένες δαπάνες ενέργειας και υλικών επιβαρύνουν τη λειτουργία της αγοράς.
Στην έρευνα τραπεζικών χορηγήσεων του τρίτου τριμήνου, η ΤτΕ καταγράφει σταθερά κριτήρια και συνολικούς όρους για τα επιχειρηματικά δάνεια, καθώς και σχεδόν αμετάβλητη ζήτηση. Για το τέταρτο τρίμηνο, οι τράπεζες αναμένουν επίσης σταθερά κριτήρια και σχεδόν αμετάβλητη ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια.
Η ΕΚΤ εκτιμά ότι οι τιμές της ενέργειας έχουν ήδη ξεπεράσει την πορεία που προέβλεπε το βασικό σενάριο του Σεπτεμβρίου, διατηρώντας τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο για τα επόμενα τρίμηνα. Η επόμενη εικόνα για τα ελληνικά επιτόκια θα δοθεί στις 2 Νοεμβρίου, όταν η ΤτΕ θα δημοσιεύσει τα στοιχεία δανείων και καταθέσεων του Σεπτεμβρίου.
To άρθρο Διπλή «τανάλια» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις: Ακριβότερο χρήμα για ακριβότερες προμήθειες δημοσιεύτηκε στο NewsIT .



