Η ελευθερία του Τύπου παγκοσμίως υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών
Η ελευθερία του Τύπου παγκοσμίως έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδό της εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα (Reporters Sans Frontieres – RSF) την κορυφαία ΜΚΟ για την ελευθερία του Τύπου με έδρα το Παρίσι.
Κάθε χρόνο, η RSF δημοσιεύει έναν Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου που χρησιμοποιείται για να συγκρίνει το επίπεδο ελευθερίας που απολαμβάνουν οι δημοσιογράφοι και τα μέσα ενημέρωσης σε 180 χώρες. Η κατάταξή της χρησιμοποιεί μια πενταβάθμια κλίμακα για να αξιολογήσει το επίπεδο ελευθερίας του Τύπου μιας χώρας, που κυμαίνεται από «εξαιρετικά προβληματική κατάσταση» έως «καλή».
#RSFIndex2026 | RSF dévoile son Classement mondial de la liberté de la presse 2026 ! #JournéeDeLaLibertéDeLaPresse Thread
pic.twitter.com/NCIqMYemXu
— RSF (@RSF_inter) April 30, 2026
Για πρώτη φορά από τότε που οι RSF ξεκίνησαν τη δημοσίευση αυτών των ετήσιων εκθέσεων, το 2002, περισσότερες από τις μισές χώρες του πλανήτη εμπίπτουν στις «δύσκολες» ή «πολύ σοβαρές» κατηγορίες για την ελευθερία του Τύπου – «ένα σαφές σημάδι ότι η δημοσιογραφία ποινικοποιείται ολοένα και περισσότερο παγκοσμίως», όπως αναφέρει η φετινή έκθεση.
Μόνο επτά χώρες, κυρίως σκανδιναβικές, κατατάσσονται σε αυτές όπου η ελευθερία του Τύπου χαρακτηρίζεται «καλή», με τη Νορβηγία, την Ολλανδία και την Εσθονία στις τρεις πρώτες θέσεις. Η Γαλλία κατατάσσεται 25η με «ικανοποιητική» βαθμολογία, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες κατατάσσονται 64ες με «προβληματική» βαθμολογία, υποχωρώντας επτά θέσεις από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Ντόναλντ Τραμπ.
Οι RSF αναφέρουν ότι ο Τραμπ «έχει μετατρέψει τις επανειλημμένες επιθέσεις του στον Τύπο και τους δημοσιογράφους σε συστηματική πολιτική», αναφέροντας για παράδειγμα την αναστολή λειτουργίας αρκετών αξιόλογων δημόσιων μέσων ενημέρωσης, αλλά και τη σύλληψη του δημοσιογράφου από το Ελ Σαλβαδόρ Μάριο Γκεβάρα, ο οποίος αργότερα απελάθηκε, ενώ κατέγραφε μια διαμαρτυρία κατά των επιδρομών της ICE εναντίον μεταναστών.
Στη Λατινική Αμερική, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα επισημαίνουν τη δραματική πτώση της Αργεντινής του Χαβιέ Μιλέι κατά 11 θέσεις (98η) και του Ελ Σαλβαδόρ (143η), το οποίο έχει υποχωρήσει 105 θέσεις από το 2014 μετά την έναρξη της εκστρατείας αντιμετώπισης των συμμοριών.
Προσθέτει, επίσης, ότι οι πόλεμοι και οι περιορισμοί στην πρόσβαση στην πληροφόρηση είναι μερικοί από τους παράγοντες που οδηγούν στην υποβάθμιση της ελευθερίας του Τύπου, αναφέροντας ως παράδειγμα τις επιθέσεις του Ισραήλ εναντίον δημοσιογράφων στη Γάζα, την κατεχόμενη Δυτική Όχθη και τον Λίβανο, κατατάσσοντας το Ισραήλ στην 116η θέση. «Από τον Οκτώβριο του 2023, περισσότεροι από 220 δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί στη Γάζα από τον ισραηλινό στρατό, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 70 που σκοτώθηκαν εν ώρα εργασίας», ανέφερε.
Η ΜΚΟ για την ελευθερία του Τύπου τονίζει επίσης ότι «η Ανατολική Ευρώπη και η Μέση Ανατολή είναι οι δύο πιο επικίνδυνες περιοχές για τους δημοσιογράφους στον κόσμο, εδώ και 25 χρόνια», κατατάσσοντας συγκεκριμένα τη Ρωσία 172η και το Ιράν 177ο, στις 10 τελευταίες θέσεις.
Η έκθεση τονίζει ότι «η ποινικοποίηση της δημοσιογραφίας, η οποία βασίζεται στην παράκαμψη της νομοθεσίας περί Τύπου και στην κατάχρηση νομοθεσιών έκτακτης ανάγκης, αποδεικνύεται παγκόσμιο φαινόμενο», υπογραμμίζοντας ότι περισσότερο από το 60% των χωρών – 110 από τις 180 – έχουν ποινικοποιήσει τους εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης με διάφορους τρόπους, αναφέροντας κυρίως την Ινδία (157η), την Αίγυπτο (169η), τη Γεωργία (135η), την Τουρκία (163η) και το Χονγκ Κονγκ (140η) ως χαρακτηριστικά παραδείγματα κρατικής καταστολής.
«Παρόλο που οι επιθέσεις κατά του δικαιώματος στην πληροφόρηση είναι πιο ποικίλες και εξελιγμένες, οι δράστες τους λειτουργούν πλέον σε κοινή θέα», δήλωσε η Διευθύντρια Σύνταξης των RSF, αναφέροντας «αυταρχικά κράτη, συνεργούς ή ανίκανες πολιτικές δυνάμεις, αρπακτικούς οικονομικούς παράγοντες και ανεπαρκώς ρυθμισμένες διαδικτυακές πλατφόρμες» ως τις κύριες αιτίες για την παγκόσμια παρακμή της ελευθερίας του Τύπου.
«Οι τρέχοντες μηχανισμοί προστασίας δεν είναι αρκετά ισχυροί. Το διεθνές δίκαιο υπονομεύεται και η ατιμωρησία είναι διάχυτη», τόνισε. «Η αδράνεια είναι μια μορφή επιδοκιμασίας», πρόσθεσε καλώντας τις δημοκρατικές κυβερνήσεις και τους πολίτες να κάνουν περισσότερα για να τερματιστεί αυτή η παγκόσμια ποινικοποίηση των δημοσιογράφων.



