Στο δρόμο της φτώχειας εξωθεί 30 εκατ. ανθρώπους ο πόλεμος στο Ιράν
Ο διαχειριστής του Αναπτυξιακού Προγράμματος του ΟΗΕ (UNDP) Αλεξάντερ Ντε Κροο εκτίμησε πως ο πόλεμος στο Ιράν προκαλεί, μεταξύ άλλων, μεγάλη αύξηση των τιμών της ενέργειας σπρώχνοντας στη φτώχεια επιπλέον 30 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
«Κάναμε μια μελέτη έπειτα από έξι εβδομάδες πολέμου και η εκτίμησή μας είναι ότι, ακόμη κι αν ο πόλεμος σταματούσε αυτή τη στιγμή, ένας πληθυσμός 32 εκατομμυρίων ανθρώπων θα οδηγηθεί στην επισφάλεια σε 160 χώρες» ανέφερε ο Ντε Κροο μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο στο περιθώριο της συνεδρίασης της G7 για την Ανάπτυξη στο Παρίσι.

«Αυτή είναι ανάπτυξη οπισθοδρόμησης» είπε, προβλέποντας πως θα χρειαστούν δεκαετίες για να οικοδομηθούν σταθερές κοινωνίες, «για να αναπτυχθεί μια τοπική οικονομία», ενώ «αρκεί ένας πόλεμος λίγων εβδομάδων για να τα καταστρέψει».
Σύμφωνα με το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα του ΟΗΕ η σύγκρουση στον Κόλπο θα επηρεάσει ιδιαίτερα την υποσαχάρεια Αφρική και ορισμένες χώρες στην Ασία, όπως το Μπανγκλαντές, η Καμπότζη, αλλά και μικρά νησιωτικά αναπτυσσόμενα κράτη.
Οι πληθυσμοί αυτοί, σύμφωνα με τον Κροο, υφίστανται τα «κόστη της ενέργειας την έλλειψη λιπασμάτων, κάτι που θα έχει πολύ μεγάλο αντίκτυπο μέσα στους ερχόμενους μήνες, οικονομική αστάθεια και μείωση των πληρωμών από το εξωτερικό, γιατί στις χώρες του Κόλπου εργάζονται πολλοί άνθρωποι και στέλνουν τα χρήματα στην οικογένειά τους».

Εκτίμησε ότι για να αποτραπεί η εδραίωση αυτής της φτώχειας χρειάζονται παρεμβάσεις αξίας περίπου 6 δις. δολαρίων υπό τη μορφή «επιδοτήσεων σε μετρητά για την πληρωμή του γκαζιού για την κουζίνα για παράδειγμα, στους πιο ευάλωτους ανθρώπους στα ενεργειακά κόστη και στα τρόφιμα». Ο ίδιος ανέφερε πως γίνονται συζητήσεις στους κόλπους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
«Μπορείτε να πείτε ότι 6 δισεκατομμύρια δολάρια είναι μεγάλο ποσό, αλλά το κόστος του πολέμου είναι 9 δισεκ. την εβδομάδα» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Κροο ανέφερε επίσης πως το 2025 «για πρώτη φορά η παιδική θνησιμότητα αυξήθηκε έπειτα από 20 χρόνια μείωσης, γιατί έγιναν λιγότεροι εμβολιασμοί».



