Το στοίχημα Τσίπρα μετά τη Θεσσαλονίκη: Το μυστήριο των 40 δισ. και η «παγίδα» στον Μητσοτάκη

Στη Θεσσαλονίκη, πίσω από τις κάμερες, τις χειραψίες και την αναμενόμενη ένταση μιας συνέντευξης Τύπου, ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε κάτι περισσότερο από την παρουσίαση ενός ακόμη πακέτου οικονομικών μέτρων. Επιχείρησε να αλλάξει το ίδιο το ερώτημα της πολιτικής συζήτησης.
Να μη συζητείται πλέον μόνο εάν επιστρέφει ο ίδιος, αλλά εάν επιστρέφει ως επικεφαλής μιας παράταξης που μπορεί να διεκδικήσει ξανά την εξουσία. Να μη συζητείται απλώς τι υπόσχεται η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, αλλά εάν διαθέτει πρόγραμμα, στελέχη και σχέδιο για τη διακυβέρνηση της χώρας στην απαιτητική περίοδο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η πρώτη κυβερνητική απάντηση ήρθε γρήγορα και είχε τη μορφή ενός αριθμού που έφτανε τα 40 δισ. ευρώ. Μόνο που ο αριθμός αυτός δεν ήταν ο πρώτος.
Ένας λογαριασμός που άλλαξε τρεις φορές
Πριν από τα 40 δισ. είχαν προηγηθεί τα 13. Και πριν από τα 13, τα 18. Τρεις διαφορετικές κυβερνητικές κοστολογήσεις για το ίδιο, περίπου, πολιτικό πρόγραμμα. Τρεις αριθμοί που δεν απέχουν μεταξύ τους μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια, αλλά ολόκληρες δεκάδες δισεκατομμύρια.
Αρχικά, ο Θανάσης Κοντογεώργης ανέβασε τον λογαριασμό στα 18 δισ. ευρώ. Ακολούθησε ο Παύλος Μαρινάκης με εκτίμηση 13 δισ. ευρώ. Μετά την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη, ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέβασε τον πήχη στα 40 δισ. ευρώ. Κάπως έτσι, αντί να βρεθεί η ΕΛ.Α.Σ. αποκλειστικά στη θέση του απολογούμενου, όπως πιθανότατα υπολόγιζε το κυβερνητικό επιτελείο, η συζήτηση γύρισε ανάποδα. Από πού προκύπτουν τα 40 δισ.; Τι ακριβώς περιλαμβάνουν; Αφορούν ένα έτος ή ολόκληρη την τετραετία; Μετρούν πραγματικές κρατικές δαπάνες ή προσθέτουν δάνεια, εγγυήσεις, ευρωπαϊκούς πόρους και επενδυτική μόχλευση σαν να είναι όλα το ίδιο πράγμα;
Η ανακοίνωση της ΕΛ.Α.Σ. ήταν δηκτική. «Από τα 18 δισ. στα 13 και σήμερα στα 40 δισ. η κυβέρνηση έχει έφεση στις υπερκοστολογήσεις». Η αναφορά στις αναθέσεις του Ταμείου Ανάκαμψης ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους, δείχνοντας ότι η νέα παράταξη δεν σκοπεύει να αντιμετωπίσει αμυντικά την επίθεση.
Πίσω, όμως, από την οξεία διατύπωση υπάρχει ένα ουσιαστικό ζήτημα. Όταν το κόστος ενός προγράμματος εμφανίζεται διαδοχικά ως 18, 13 και 40 δισ. ευρώ, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο αριθμητικό και εξελίσσεται σε πρόβλημα μεθοδολογίας και, τελικά, πρόβλημα πολιτικής αξιοπιστίας.
Η θεσμική κίνηση και η παγίδα προς το Μαξίμου
Στην ΕΛ.Α.Σ. είδαν στην κυβερνητική επίθεση μια πολιτική ευκαιρία. Και αποφάσισαν να μην περιοριστούν σε έναν νέο γύρο ανακοινώσεων και τηλεοπτικών αντιπαραθέσεων. Επέλεξαν μια κίνηση με θεσμικό, αλλά και συμβολικό βάρος. Δεσμευτηκαν να καταθέσουν το πρόγραμμά τους στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
Η απόφαση αυτή αποτελεί το νήμα που συνδέει όσα είπε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη με τη στρατηγική της επόμενης περιόδου. Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη που δεν φοβάται τον έλεγχο, αποδέχεται την αξιολόγηση των προτάσεών της και θέτει τη συζήτηση σε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο.
Ταυτόχρονα, μαζί με το πρόγραμμά της στέλνει προς το Μέγαρο Μαξίμου και ένα απλό ερώτημα: η κυβέρνηση θα κάνει το ίδιο;
Θα παρουσιάσει το πλήρες κόστος των δικών της εξαγγελιών για κάθε έτος έως το 2030; Θα δημοσιοποιήσει τις παραδοχές για την ανάπτυξη, τα φορολογικά έσοδα και τα πρωτογενή πλεονάσματα πάνω στις οποίες στηρίζονται οι δεσμεύσεις της; Ή θα περιοριστεί στον αριθμό ενός έτους, αποφεύγοντας να δείξει τη συνολική δημοσιονομική εικόνα; Εδώ βρίσκεται η παγίδα που επιχειρεί να στήσει ο Αλέξης Τσίπρας.
Εάν η κυβέρνηση αποδεχθεί τη σύγκριση, θα πρέπει να ανοίξει όλα τα χαρτιά της. Εάν την αρνηθεί, η ΕΛ.Α.Σ. θα την κατηγορήσει ότι απαιτεί από την αντιπολίτευση έναν βαθμό διαφάνειας στον οποίο δεν υποβάλλει τον εαυτό της. Και εάν συνεχίσει να αλλάζει την κοστολόγηση, η αντιπαράθεση θα μετακινηθεί από την αξιοπιστία του προγράμματος Τσίπρα στην αξιοπιστία των ίδιων των κυβερνητικών υπολογισμών.
Η κίνηση εμπεριέχει, ασφαλώς, και ρίσκο για την ΕΛ.Α.Σ. Η αξιολόγηση μπορεί να αναδείξει αδυναμίες, να οδηγήσει σε διορθώσεις ή να υποχρεώσει την ηγεσία της να αναθεωρήσει επιμέρους εκτιμήσεις. Στο επιτελείο της Αμαλίας, ωστόσο, φαίνεται να εκτιμούν ότι το πολιτικό κέρδος μπορεί να είναι μεγαλύτερο παρουσιάζοντας την εικόνα μιας πολιτικής δύναμης που διεκδικεί να κυβερνήσει και γι’ αυτό δέχεται να ελεγχθεί.
Το «τρικ» των 40 δισ. – Δαπάνες, δάνεια και επενδύσεις στο ίδιο καλάθι
Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι οι αριθμοί έχουν μεγαλύτερη πολιτική δύναμη όταν είναι μεγάλοι και εύκολα απομνημονεύσιμοι. Τα 40 δισ. λειτουργούν ως τίτλος, ως τηλεοπτική ατάκα και ως προειδοποίηση για ενδεχόμενη επιστροφή σε μια περίοδο δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
Μπορούν, επίσης, να ξυπνήσουν μνήμες από το 2015 και να επαναφέρουν το παλαιότερο, αλλά πολιτικά ισχυρό, ερώτημα: «Πού θα βρεθούν τα λεφτά;».
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο τίτλος καλείται να γίνει λογαριασμός.
Η βασική ένσταση της ΕΛ.Α.Σ. είναι ότι στην κυβερνητική αριθμητική προστίθενται ως ισοδύναμα μεγέθη πράγματα εντελώς διαφορετικά με άμεσες δημοσιονομικές δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις, κεφάλαια του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, πόροι του Πράσινου Ταμείου, χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, δάνεια και ιδιωτικά κεφάλαια που θα κινητοποιηθούν μέσω μόχλευσης.
Σαν να προσθέτει κανείς το κόστος κατασκευής ενός σπιτιού, το ύψος του στεγαστικού δανείου και τη μελλοντική αξία του ακινήτου και να παρουσιάζει το άθροισμα ως μία ενιαία κρατική δαπάνη.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης. Η ΕΛ.Α.Σ. το παρουσιάζει ως τετραετές χρηματοδοτικό εργαλείο με δυνατότητα μόχλευσης 12 δισ. ευρώ, το οποίο θα κατευθυνθεί στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στους ελεύθερους επαγγελματίες.
Τα 12 δισ., όμως, δεν αποτελούν αυτομάτως ισόποση επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού. Άλλο το αρχικό δημόσιο κεφάλαιο, άλλο η συμμετοχή ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών οργανισμών, άλλο τα δάνεια και άλλο το τελικό ύψος των επενδύσεων που θα κινητοποιηθούν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. έχει ήδη περάσει τις εξετάσεις της οικονομικής αξιοπιστίας. Σημαίνει ότι, για να γίνει σοβαρή συζήτηση, η κυβέρνηση θα πρέπει να παρουσιάσει αναλυτικά πώς έφτασε στα 40 δισ. και η ΕΛ.Α.Σ. να εξηγήσει, μέτρο προς μέτρο και έτος προς έτος, από πού προκύπτει η δική της κοστολόγηση.
Κάθε μόνιμη δαπάνη χρειάζεται και ένα μόνιμο έσοδο. Κάθε φορολογική μείωση πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση της απώλειας εσόδων. Κάθε χρηματοδοτικό εργαλείο χρειάζεται αρχικό κεφάλαιο, μηχανισμό διαχείρισης και ρεαλιστική εκτίμηση μόχλευσης. Και κάθε πρόγραμμα που διεκδικεί κυβερνητική υπόσταση οφείλει να αντέχει όχι μόνο στο ευνοϊκό, αλλά και στο δυσμενές οικονομικό σενάριο.
Ο κρυφός κίνδυνος μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της παρουσίας Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη κρυβόταν πίσω από τη φασαρία για το κόστος. Η ΕΛ.Α.Σ. έβαλε στο τραπέζι έναν κίνδυνο που η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση: τι θα συμβεί στην ελληνική οικονομία όταν ολοκληρωθεί το Ταμείο Ανάκαμψης;
Η κυβερνητική αφήγηση στηρίζεται στην προσδοκία ότι η ανάπτυξη μπορεί να παραμείνει πάνω από το 2% μέχρι το τέλος της επόμενης τετραετίας. Η ΕΛ.Α.Σ., αντιθέτως, αντιπαραβάλλει την πρόβλεψη για υποχώρηση του ρυθμού μεγέθυνσης στο 1,3% το 2029.
Η διαφορά μπορεί να ακούγεται μικρή σε έναν τηλεοπτικό διάλογο. Στους κρατικούς προϋπολογισμούς, όμως, μπορεί να μεταφραστεί σε δισεκατομμύρια.
Μικρότερη ανάπτυξη σημαίνει λιγότερα φορολογικά έσοδα. Λιγότερα έσοδα σημαίνουν στενότερο δημοσιονομικό περιθώριο. Και στενότερο περιθώριο σημαίνει ότι κάποιος θα πρέπει είτε να περιορίσει τις υποσχέσεις του είτε να εξηγήσει από πού θα βρει τους πρόσθετους πόρους.
«Τελείωσε η περίοδος των παχιών αγελάδων», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του αναπληρωτή εκπροσώπου Τύπου της ΕΛ.Α.Σ., Κώστα Καρπουχτσή. Η φράση συμπυκνώνει τον πυρήνα της στρατηγικής της Συμπαράταξης αφού η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει μονίμως διαθέσιμο ένα έκτακτο ευρωπαϊκό ταμείο.
Από αυτή την άποψη, το πραγματικό πεδίο της σύγκρουσης δεν είναι μόνο οι παροχές της επόμενης χρονιάς. Είναι η Ελλάδα του 2029 και του 2030. Ποιος διαθέτει σχέδιο για μια οικονομία που θα πρέπει να αναπτυχθεί χωρίς την ώθηση των έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων; Πώς θα δημιουργηθεί νέος πλούτος; Ποιοι θα έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση; Και ποιος θα πληρώσει το κόστος εάν η ανάπτυξη αποδειχθεί χαμηλότερη από τις κυβερνητικές προσδοκίες;
Ο Αλέξης Τσίπρας προσπάθησε να απαντήσει προβάλλοντας την ανάγκη μιας «αλλαγής παραδείγματος». Μια έννοια αρκετά ευρύχωρη ώστε να περιλαμβάνει την παραγωγική ανασυγκρότηση, τη ρύθμιση της αγοράς και μια πιο ενεργητική κοινωνική πολιτική. Το δύσκολο για την ΕΛ.Α.Σ. είναι να αποδείξει ότι αυτή η αλλαγή μπορεί να μεταφραστεί σε συνεκτικό κυβερνητικό σχέδιο και όχι απλώς σε μια συλλογή δημοφιλών μέτρων.
Η κοινωνική συμμαχία που αναζητεί ο Τσίπρας
Το πρόγραμμα αποκαλύπτει με αρκετή σαφήνεια το κοινωνικό ακροατήριο στο οποίο στοχεύει η Αμαλίας. Μισθωτοί, οικογένειες που πιέζονται από την ακρίβεια, συνταξιούχοι, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες αποτελούν τα κομμάτια της κοινωνικής συμμαχίας που θέλει να οικοδομήσει ο Αλέξης Τσίπρας.
Η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα στο 6% είναι η πιο άμεσα αναγνωρίσιμη πρόταση. Δίπλα της βρίσκονται το ψηφιακό παρατηρητήριο τιμών από το χωράφι μέχρι το ράφι και η δυνατότητα επιβολής πλαφόν στο περιθώριο κέρδους σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η διαφορά με την κυβερνητική πολιτική επιχειρείται να αποτυπωθεί σε δύο λέξεις. «Ολοκληρωμένο σχέδιο» απέναντι στα «μπαλώματα».
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι οι προσωρινές ενισχύσεις και τα έκτακτα επιδόματα δεν αντιμετωπίζουν την πηγή της ακρίβειας, ιδίως όταν η αγορά παραμένει συγκεντρωμένη και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αδυνατούν να παρακολουθήσουν αποτελεσματικά τη διαδρομή των τιμών.
Στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η κατάργηση της προκαταβολής φόρου για τις ατομικές επιχειρήσεις και η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος επιχειρούν να ξαναχτίσουν τις γέφυρες με έναν κόσμο που αισθάνεται αποκλεισμένος από τις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η φράση «το τρένο της ανάπτυξης πέρασε, αλλά η χώρα δεν ανέβηκε» επανέρχεται στον πολιτικό λόγο της ΕΛ.Α.Σ. Η κριτική της δεν είναι απλώς ότι δεν υπήρξε ανάπτυξη, αλλά ότι τα οφέλη της δεν διαχύθηκαν. Ότι οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι απέκτησαν πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση, ενώ η μικρή επιχείρηση συνέχισε να δανείζεται ακριβά όταν μπορούσε να δανειστεί.
Οι συνταξιούχοι αποτελούν το τρίτο κομμάτι αυτού του κοινωνικού παζλ. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν επιλέγει, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, να υποσχεθεί μία μεγάλη οριζόντια εισοδηματική παρέμβαση. Προβάλλει την κατάργηση της συμμετοχής στα συνταγογραφούμενα φάρμακα, σε συνδυασμό με τη μείωση του κόστους για τρόφιμα και ενέργεια.
Η λογική είναι σαφής, όπου αντί για μία ακόμη εφάπαξ ενίσχυση, υπόσχεται περιορισμό των σταθερών εξόδων της καθημερινότητας. Η αποτελεσματικότητα της επιλογής θα κριθεί, όμως, από το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος και από το εάν οι μειώσεις φόρων θα φτάσουν πράγματι στον καταναλωτή ή θα απορροφηθούν από την αγορά.
Η δύσκολη μάχη με το παρελθόν
Στη Θεσσαλονίκη, ο Αλέξης Τσίπρας γνώριζε ότι κάθε οικονομική του πρόταση θα προσέκρουε αργά ή γρήγορα στο 2015. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί εκείνη την περίοδο το ισχυρότερο πολιτικό της όπλο απέναντί του.
Γι’ αυτό και η ΕΛ.Α.Σ. δεν προσπάθησε να αποφύγει τη συζήτηση. Επιχείρησε να την ξαναγράψει.
Η δική της αφήγηση δεν αρχίζει το 2015, αλλά νωρίτερα, από το πρώτο και το δεύτερο μνημόνιο, όταν συντελέστηκε το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Και δεν τελειώνει στη δραματική σύγκρουση του πρώτου εξαμήνου, αλλά στην έξοδο από τα μνημόνια, στη δημοσιονομική εξυγίανση, στη διατήρηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας και στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα προβάλλεται η διατήρηση του νόμου Κατσέλη μέχρι το 2019, παρά τις πιέσεις των θεσμών για την κατάργησή του. Η ΕΛ.Α.Σ. θέλει να θυμίσει ότι εκείνη η περίοδος δεν είχε μόνο δημοσιονομικούς συμβιβασμούς, αλλά και πολιτικές επιλογές προστασίας των πιο ευάλωτων.
Πρόκειται για μια δύσκολη πολιτική άσκηση. Ο Τσίπρας καλείται να υπερασπιστεί την κυβερνητική του εμπειρία χωρίς να εμφανιστεί εγκλωβισμένος σε αυτήν. Να επικαλεστεί την έξοδο από τα μνημόνια χωρίς να αναζωπυρώσει τις μνήμες της υπερφορολόγησης. Και να πείσει ότι τα στελέχη εκείνης της περιόδου αποτελούν εγγύηση εμπειρίας και όχι επιστροφή στο παρελθόν.
Γι’ αυτό στη Θεσσαλονίκη παρουσιάστηκε, έστω σε πρώτο περίγραμμα, και η εικόνα ενός νέου κυβερνητικού επιτελείου.
Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.Α.Σ., Θεώνη Κουφονικολάκου, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα στελέχη με οικονομική κατάρτιση, τεχνογνωσία και εμπειρία από τη διαχείριση της μνημονιακής περιόδου. Μίλησε, όμως, και για κάτι ακόμη: για την ανάγκη μιας «κουλτούρας υπηρεσίας απέναντι στους πολίτες».
Η διατύπωση δεν είναι καθολου τυχαία καθως αντανακλά την προσπάθεια να οικοδομηθεί μια ηθική αντίθεση με την κυβέρνηση. Από τη μία η αλαζονεία της εξουσίας και από την άλλη μια παράταξη που υπόσχεται λογοδοσία, διαφάνεια και έλεγχο.
Από την οικονομία στο πεδίο της πολιτικής ηθικής
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η επίθεση για τον χαρακτηρισμό των δανειοληπτών ως «μπαταχτσήδων», σε συνδυασμό με την απαίτηση να δημοσιοποιηθούν στοιχεία για την αποπληρωμή των κομματικών δανείων και τις οικονομικές υποχρεώσεις πολιτικών προσώπων.
Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να στρέψει το βλέμμα από τον αδύναμο δανειολήπτη προς τα κέντρα πολιτικής και οικονομικής ισχύος. Να αντιπαραθέσει δύο διαφορετικές αντιλήψεις. Την ατομική ενοχοποίηση του πολίτη που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και τη λογοδοσία κομμάτων και ισχυρών οικονομικών παραγόντων για τις δικές τους οφειλές.
Στην ίδια γραμμή εντάσσεται και η επίθεση στα καρτέλ και τα ολιγοπώλια. Η ΕΛ.Α.Σ. κατηγορεί την κυβέρνηση ότι παρεμβαίνει αποσπασματικά στην ακρίβεια, αλλά αποφεύγει να αγγίξει τις δομές της αγοράς και τα υπερβολικά περιθώρια κέρδους.
Το νήμα που συνδέει την ακρίβεια, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα δάνεια, τα καρτέλ και την κοστολόγηση είναι η προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να εμφανίσει τη νέα παράταξη όχι απλώς ως πιο κοινωνική, αλλά ως περισσότερο ελεγκτική απέναντι στην οικονομική εξουσία.
Η πρώτη δοκιμασία κυβερνητικής αξιοπιστίας
Όλα αυτά δεν αρκούν, βεβαίως, για να κερδηθεί η μάχη της κυβερνητικής αξιοπιστίας.
Η ΕΛ.Α.Σ. θα πρέπει να εξηγήσει ποια μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν από την πρώτη ημέρα, ποια θα αναπτυχθούν σταδιακά σε βάθος τετραετίας και ποια εξαρτώνται από την πορεία της οικονομίας. Θα πρέπει να παρουσιάσει τις μόνιμες πηγές χρηματοδότησης, τους δείκτες υλοποίησης και ένα σχέδιο διόρθωσης στην περίπτωση που τα έσοδα ή η ανάπτυξη κινηθούν χαμηλότερα από τις προβλέψεις.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν μπορεί να μείνει στο πολιτικά βολικό «40 δισ.». Όσο δεν παρουσιάζει αναλυτική κοστολόγηση, ο τεράστιος αυτός αριθμός θα επιστρέφει ως μπούμερανγκ. Θα θυμίζει ότι το ίδιο πρόγραμμα είχε προηγουμένως κοστολογηθεί στα 18 και έπειτα στα 13 δισ. ευρώ.
Η πρώτη μεγάλη πολιτική σύγκρουση μετά τη Θεσσαλονίκη, θα κριθεί στους πίνακες που οι δύο πλευρές θα θελήσουν ή δεν θα θελήσουν να δημοσιοποιήσουν.
Για τον Αλέξη Τσίπρα, η προσφυγή στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο είναι η πρώτη πραγματική δοκιμασία της νέας στρατηγικής του. Εάν η αξιολόγηση επιβεβαιώσει τη βασική αρχιτεκτονική του προγράμματος, θα έχει κερδίσει ένα ισχυρό επιχείρημα απέναντι στην κυβερνητική επίθεση. Εάν εντοπίσει κενά, η ΕΛ.Α.Σ. θα πρέπει να τα αναγνωρίσει και να τα διορθώσει δημόσια.
Σε κάθε περίπτωση, στη Θεσσαλονίκη άρχισε κάτι μεγαλύτερο από μια συνηθισμένη διαμάχη για το κόστος των παροχών. Άρχισε η μάχη για το ποιος μπορεί να εμφανιστεί ως αξιόπιστη κυβερνητική δύναμη στην Ελλάδα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική σημασία της ακολουθίας των 18, των 13 και των 40 δισ. ευρώ. Οι αριθμοί δεν αποκάλυψαν ακόμη πόσο ακριβώς κοστίζει το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. Αποκάλυψαν, όμως, πόσο μεγάλη θα είναι η πολιτική σύγκρουση για την επόμενη ημέρα.
To άρθρο Το στοίχημα Τσίπρα μετά τη Θεσσαλονίκη: Το μυστήριο των 40 δισ. και η «παγίδα» στον Μητσοτάκη δημοσιεύτηκε στο NewsIT .



