Κόσμος

Μερτς: Μια εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων θα σήμαινε αποβιομηχάνιση για τη Γερμανία

Μια πλήρης απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα θα «αποβιομηχάνιζε» τη Γερμανία, δήλωσε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, σηματοδοτώντας μια αλλαγή πλεύσης σε ό,τι αφορά τη μετάβαση της Γερμανίας προς την πράσινη ενέργεια.

Η μετατόπιση έρχεται καθώς η Γερμανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις οικονομικές επιπτώσεις από τη μείωση των εισαγωγών ενέργειας και το αυξανόμενο κόστος της.

Επιπλέον, οι τιμές της ενέργειας έχουν αυξηθεί λόγω της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν και των σχετιζόμενων με τα Στενά του Ορμούζ ιρανικών αντιποίνων, εντείνοντας την πίεση στη γερμανική βιομηχανία.

«Δεν μπορούμε να αντισταθμίσουμε κάθε αύξηση τιμών», σημείωσε σχετικά ο Μερτς, προτείνοντας πως ο «καλύτερος» τρόπος για να περιοριστεί το κόστος είναι να τερματιστεί ο πόλεμος με το Ιράν.

Η μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε. στηρίχθηκε επί μακρόν σε φθηνή, σταθερά παρεχόμενη ενέργεια για να στηρίξει τον μεταποιητικό της τομέα. Αυτό βασιζόταν πρωτίστως στο φυσικό αέριο που έφτανε από τη Ρωσία μέσω αγωγών, κάτι που το Βερολίνο εγκατέλειψε μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης στην Ουκρανία το 2022 και την ανατίναξη των αγωγών Nord Stream, στρεφόμενο αντ’ αυτού αφενός σε ακριβότερες προμήθειες φυσικού αερίου και αφετέρου σε μια επιτάχυνση της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Απευθυνόμενος στην Ομοσπονδιακή Βουλή την Τετάρτη, ο Μερτς προειδοποίησε ότι η εγκατάλειψη του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα έθετε σε κίνδυνο βασικές βιομηχανίες, ιδίως τη χημική βιομηχανία, προσθέτοντας ότι σε ένα τέτοιο σενάριο «μεγάλα τμήματα της βιομηχανίας μας… δεν θα ήταν πλέον βιώσιμα».

«Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν σημαντική πρώτη ύλη για τη βιομηχανία μας», πρόσθεσε, καλώντας τη Γερμανία να διατηρήσει την ικανότητα «να εισάγει και ίσως ακόμη και να παράγει η ίδια φυσικό αέριο».

Ωστόσο, πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι η Γερμανία δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στα δικά της αποθέματα, καθώς τα κάποτε παραγωγικά πεδία εξόρυξης έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί.

Η μετατόπιση αυτή έχει αφήσει τη γερμανική οικονομία -η οποία εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις εισαγωγές ενέργειας- εκτεθειμένη σε υψηλότερο κόστος και κρίσεις εφοδιασμού. Η Ρωσία προηγουμένως παρείχε το 55% του φυσικού αερίου της Γερμανίας, ο μεταποιητικός τομέας της οποίας βρίσκεται εδώ και αρκετά διαδοχικά εξάμηνα σε διαρκή συρρίκνωση.

Στο Λουντβιγκσχάφεν, όπου βρίσκεται το κύριο συγκρότημα της BASF (Badische Anilin und Soda Fabrik), που είναι η μεγαλύτερη χημική βιομηχανία παγκοσμίως και ο μεγαλύτερος καταναλωτής βιομηχανικού φυσικού αερίου της Γερμανίας, το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών έχει ήδη επιβάλει αυξήσεις τιμών.

Σε άλλους βιομηχανικούς κόμβους, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου Χημικού Τριγώνου της Βαυαρίας, οι εταιρείες έχουν αναφέρει «δραματικές» συνθήκες, με ορισμένες να εξετάζουν περικοπές ή και μετεγκατάσταση της παραγωγής, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας και οι διαταραγμένες αλυσίδες εφοδιασμού απειλούν την παραγωγή σε ορισμένους από τους πιο ενεργειακά εξαρτώμενους τομείς της Γερμανίας.

Διαβάστε ακόμα:

Σε ό,τι αφορά τις ευρωενωσιακές προτροπές για εκ νέου στροφή στην πυρηνική ενέργεια, ο Μερτς ξεκαθάρισε νωρίτερα αυτόν τον μήνα πως, αν και σήμερα τη θεωρεί λανθασμένη, η προηγούμενη απόφαση του Βερολίνου να εγκαταλείψει την πυρηνική ενέργεια είναι μη αναστρέψιμη και πως η Γερμανία δε θα ακολουθήσει σε εκ νέου επενδύσεις. Η Γερμανία απενεργοποίησε τον τελευταίο πυρηνικό αντιδραστήρα της το 2023, ολοκληρώνοντας μια σταδιακή κατάργηση που επιταχύνθηκε μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα το 2011.

Related Articles

Back to top button