Το ιστορικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου θα γίνει… ξενοδοχείο
Τη μετατροπή του ιστορικού Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου σε ένα προσοδοφόρο ξενοδοχείο ανακοίνωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, κατά την ομιλία του στα εγκαίνια έκθεσης αφιερωμένης στην ιστορία του ιδρύματος, η οποία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 22 Μαΐου στο Μουσείο της Πριγκήπου.
Όπως εξήγησε ο Προκαθήμενος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η απόφαση αυτή της Αγίας και Ιεράς Συνόδου ήταν συναισθηματικά δύσκολη αλλά αναγκαία, καθώς το κτίριο κινδυνεύει να καταρρεύσει, ενώ οι προσπάθειες του Πατριαρχείου να εξασφαλίσει τα τεράστια κονδύλια που απαιτούνται για την αποκατάστασή του απέτυχαν, καθώς το κόστος παραμένει απαγορευτικά υψηλό και το ξύλινο οικοδόμημα αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές καταρρεύσεις σε πολλά σημεία.
Αν και ο αρχικός στόχος ήταν να λειτουργήσει με διπλό ρόλο, ως διεθνές κέντρο διαθρησκειακού διαλόγου και κέντρο περιβαλλοντικών μελετών, η Εκκλησία τελικά στράφηκε στην τουριστική αξιοποίηση, που θα ανατεθεί από κοινού σε μία τουρκική και μια ελληνική εταιρεία.
Ο κ.κ. Βαρθολομαίος εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς τους Τούρκους επιστήμονες και φίλους που συνέβαλαν στην ανάδειξη του μνημείου, καθώς και στον Άρχοντα της ομογένειας, κ. Λάκη Βίγκα, ο οποίος τα τελευταία χρόνια κατέβαλε άοκνες προσπάθειες για την εξασφάλιση των αδειών και την επικοινωνία με την ομοσπονδία Europa Nostra. Παράλληλα, ο Πατριάρχης μοιράστηκε προσωπικές του αναμνήσεις από την εποχή που ήταν σπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και επισκεπτόταν το ίδρυμα για να παίξει με τα ορφανά παιδιά.

Μια ιστορία γεμάτη αίγλη, προσφυγιά και διπλωματικές αναταράξεις
Το εμβληματικό πενταώροφο οικοδόμημα των 206 δωματίων σχεδιάστηκε το 1898 από τον διάσημο Γάλλο αρχιτέκτονα Αλεξάντρ Βαλορί. Αρχικός σκοπός ήταν να λειτουργήσει ως πολυτελές ξενοδοχείο και καζίνο για την εταιρεία του Όριεντ Εξπρές, ωστόσο ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ Β’ αρνήθηκε να δώσει την απαιτούμενη άδεια. Στη συνέχεια, το κτίριο αγοράστηκε από την Ελένη Ζαρίφη, σύζυγο πλούσιου Έλληνα τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης, η οποία το δώρισε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Από το 1903 έως το 1964, το κτίριο λειτούργησε ως ορφανοτροφείο, αποτελώντας καταφύγιο για περίπου 5.800 ορφανά παιδιά της ελληνικής μειονότητας. Η λειτουργία του διακόπηκε απότομα το 1964, όταν εξαναγκάστηκε σε κλείσιμο λόγω των πολιτικών και διπλωματικών εντάσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για το Κυπριακό. Έκτοτε, το άλλοτε αριστοκρατικό κτίριο εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου και των στοιχείων της φύσης.
Το 1997 το κτίριο κατασχέθηκε από την τουρκική κυβέρνηση, αλλά μετά από δικαστικό αγώνα επέστρεψε στην ιδιοκτησία του Πατριαρχείου το 2010, κατόπιν απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το 2018, η Europa Nostra το συμπεριέλαβε στον κατάλογο των επτά πιο απειλούμενων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης, ενώ τον Αύγουστο του 2022 οι τουρκικές αρχές έδωσαν τελικά την έγκριση για την έναρξη των έργων αποκατάστασης που θα του χαρίσουν μια νέα ζωή.


