Τοπικά

Καρκίνος του μαστού: Μια επανάσταση αλλάζει την αντιμετώπισή του

Ο καρκίνος του μαστού βρίσκεται στο επίκεντρο της ενημέρωσης και της πρόληψης κάθε Οκτώβριο, γεγονός που προσφέρει μια καλή ευκαιρία να αποτιμήσουμε την επιστημονική πρόοδο στην αντιμετώπισή του.

Ένας τίτλος όπως «βρέθηκε η θεραπεία» θα ήταν ευχής έργον. Δεν υπάρχει, ωστόσο, ένα μεμονωμένο εύρημα, αλλά μια σειρά νέων δεδομένων που, αν εξεταστούν συνολικά, δείχνουν πως η αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού γίνεται όλο και πιο στοχευμένη και συχνά απαιτεί λιγότερο επιβαρυντικές θεραπείες.

Νεότερες επιλογές στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού

Πρώτα αξίζει να δούμε τον συχνότερο τύπο της νόσου: τον ορμονοεξαρτώμενο καρκίνο, με όγκους που διαθέτουν υποδοχείς οιστρογόνων ή προγεστερόνης και χαρακτηρίζονται θετικοί για ορμονικούς υποδοχείς (HR+).

Αυτός ο τύπος αφορά περίπου επτά στις δέκα περιπτώσεις. Επί δεκαετίες, μετά την επέμβαση ακολουθούσε ως κύρια αγωγή η ενδοκρινική θεραπεία, γνωστή και ως ορμονοθεραπεία, με ταμοξιφαίνη ή αναστολείς αρωματάσης. Τα φάρμακα αυτά σώζουν ζωές, όμως αρκετές γυναίκες τα σταματούν νωρίτερα από το προβλεπόμενο εξαιτίας παρενεργειών, με κυριότερες τις μυϊκές και αρθρικές ενοχλήσεις.

Για την πρώιμη νόσο, ίσως το σημαντικότερο νέο της χρονιάς προήλθε από τη μελέτη lidERA: το από του στόματος giredestrant περιόρισε κατά περίπου 30% τον κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου σε σχέση με την καθιερωμένη ενδοκρινική αγωγή. Η θεραπεία συνδέθηκε επίσης με λιγότερες μυοσκελετικές παρενέργειες.

Το giredestrant είναι μέλος των SERD (Selective Estrogen Receptor Degraders, εκλεκτικοί αποδομητές του υποδοχέα οιστρογόνων). Τα συγκεκριμένα μόρια δεν περιορίζονται στο να «φράζουν» τον υποδοχέα, αλλά τον διαλύουν, στερώντας από τον όγκο τη δυνατότητα να τροφοδοτείται από ορμόνες.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται και το camizestrant, το οποίο αξιολογήθηκε στη μελέτη SERENA-6. Για τις ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο προβλέπονται συχνοί αιματολογικοί έλεγχοι, ώστε να εντοπίζεται στο αίμα κυκλοφορούν καρκινικό DNA (ctDNA).

Υγρή βιοψία και έγκαιρος εντοπισμός αντοχής στη θεραπεία

Η μέθοδος αυτή αποκαλείται «υγρή βιοψία», καθώς εντοπίζει στο αίμα κομμάτια γενετικού υλικού που προέρχονται από τον όγκο. Όταν ανιχνευτεί μετάλλαξη στο γονίδιο ESR1, ένδειξη ότι μπορεί να αναπτυχθεί αντίσταση στην αγωγή, οι γιατροί χορηγούν το νέο φάρμακο χωρίς να περιμένουν να φανεί εξέλιξη στις απεικονιστικές εξετάσεις. Έτσι, το διάστημα επιβίωσης χωρίς εξέλιξη παρατείνεται σχεδόν κατά 8 μήνες, ενώ καθυστερεί και η επιβάρυνση της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Μια δεύτερη σημαντική κατεύθυνση που αναδείχθηκε φέτος είναι η «αποκλιμάκωση» (de-escalation), όπως την περιγράφουν οι ογκολόγοι: η αποφυγή θεραπειών που δεν προσφέρουν πραγματικό όφελος στην ασθενή.

Στο φετινό συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της βρετανικής μελέτης OPTIMA. Με τη χρήση του γονιδιωματικού τεστ Prosigna, το οποίο εντοπίζει συγκεκριμένα γονίδια στον όγκο, διαπιστώθηκε ότι περίπου δύο στις τρεις γυναίκες που βάσει των συνηθισμένων κλινικών κριτηρίων κατατάσσονταν σε «υψηλό κίνδυνο» είχαν τελικά όγκους χαμηλού κινδύνου. Οι γυναίκες αυτές δεν χρειάστηκαν χημειοθεραπεία, ενώ η πενταετής επιβίωσή τους ήταν σχεδόν ίδια με εκείνη όσων έκαναν τη θεραπεία: 90,3% έναντι 91,8%.

Η ίδια λογική εφαρμόζεται και στις χειρουργικές παρεμβάσεις. Σύμφωνα με την ιταλική μελέτη SOUND, επιλεγμένες ασθενείς με μικρούς όγκους και φυσιολογικό υπερηχογράφημα στη μασχάλη μπορούν να αποφύγουν τη βιοψία του λεμφαδένα φρουρού, δηλαδή την αφαίρεση του πρώτου λεμφαδένα όπου καταλήγει η παροχέτευση του όγκου. Τα ποσοστά πενταετούς επιβίωσης χωρίς απομακρυσμένη νόσο ήταν σχεδόν ίδια, 97,7% και 98%.

Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν από μελέτες ακτινοθεραπείας, μεταξύ των οποίων οι NSABP B-51 και SUPREMO: σε ορισμένες ομάδες ασθενών, η ακτινοβόληση των λεμφαδένων της περιοχής ή του θωρακικού τοιχώματος προσθέτει ελάχιστο όφελος. Όταν περιορίζονται οι επεμβάσεις, μειώνεται και η πιθανότητα λεμφοιδήματος, του επώδυνου πρηξίματος στο χέρι που μπορεί να ταλαιπωρεί πολλές γυναίκες για χρόνια μετά τη θεραπεία.

Διαφορετική περίπτωση αποτελεί ο τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού, η πιο επιθετική μορφή της νόσου, η οποία εμφανίζεται συχνότερα σε νεότερες γυναίκες. Σημαντικό μέρος των νέων εξελίξεων εδώ αφορά τα συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου (antibody-drug conjugates, ADC).

Τα ADC είναι μονοκλωνικά αντισώματα που εντοπίζουν μια πρωτεΐνη στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων και μεταφέρουν μαζί τους ισχυρό χημειοθεραπευτικό φάρμακο. Μπορεί κανείς να τα φανταστεί ως «έξυπνη βόμβα» ή, με μια λιγότερο πολεμική εικόνα, ως συστημένη επιστολή που φτάνει μόνο στον συγκεκριμένο παραλήπτη.

Στη μεταστατική νόσο, οι μελέτες ASCENT-03 και ASCENT-04 για το sacituzumab govitecan, αλλά και η TROPION-Breast02 για το datopotamab deruxtecan, έδειξαν ότι τα φάρμακα αυτά, όταν χρησιμοποιούνται ως θεραπεία πρώτης γραμμής, αυξάνουν κατά αρκετούς μήνες το διάστημα χωρίς εξέλιξη σε σύγκριση με την κλασική χημειοθεραπεία.

Τα μακροχρόνια στοιχεία από τη μελέτη KEYNOTE-522 έδειξαν επίσης πως η pembrolizumab, όταν προστίθεται στην προεγχειρητική και μετεγχειρητική χημειοθεραπεία, ενισχύει τα αποτελέσματα στην πρώιμη νόσο και, κυρίως, τη συνολική επιβίωση. Παράλληλα, αναπτύσσονται ήδη ADCs νέας γενιάς, όπως το iza-bren: ένα διειδικό σύζευγμα που δρα ταυτόχρονα στους υποδοχείς EGFR και HER3 και έχει παρουσιάσει ενθαρρυντικά πρώτα αποτελέσματα.

Η πρόληψη εξακολουθεί να αποτελεί το «κλειδί»

Ένα ακόμη εύρημα, που συζητήθηκε έντονα και χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση, προέκυψε από δύο μελέτες παρατήρησης. Οι γυναίκες με παχυσαρκία που έπαιρναν αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 —τα φάρμακα που έγιναν γνωστά ως Ozempic και Mounjaro— εμφάνισαν περίπου 30% μικρότερη συχνότητα καρκίνου του μαστού. Για όσες είχαν ήδη νοσήσει, καταγράφηκε χαμηλότερος κίνδυνος μετάστασης.

Η σύνδεση που προκύπτει ανάμεσα στον μεταβολισμό και την ογκογένεση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν συσχέτιση, όχι αιτιώδη σχέση, και παραμένει άγνωστο αν το όφελος οφείλεται στα ίδια τα φάρμακα, στην απώλεια βάρους ή σε άλλους παράγοντες. Ως την ολοκλήρωση τυχαιοποιημένων μελετών, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως προληπτική αντικαρκινική αγωγή.

Συνολικά, η ογκολογία του μαστού στρέφεται προς τις σωστές προτεραιότητες: να εντοπίζει ποιες γυναίκες χρειάζονται ισχυρότερη θεραπεία και ποιες μπορούν να γλιτώσουν πρόσθετη ταλαιπωρία. Παράλληλα, στόχος είναι να προβλέπεται ποιοι όγκοι θα εμφανίσουν αντοχή και ποιο φάρμακο μπορεί να τους αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, χωρίς να βλάπτει τα υγιή κύτταρα.

Πάνω απ’ όλα, όμως, καθοριστική είναι η έγκαιρη διάγνωση, καθώς όλες οι παραπάνω θεραπευτικές επιλογές αποδίδουν καλύτερα όταν η νόσος εντοπιστεί σε πρώιμο στάδιο.

Πηγή: tovima.gr

Αναδημοσίευση couscous.gr

Το άρθρο Καρκίνος του μαστού: Μια επανάσταση αλλάζει την αντιμετώπισή του εμφανίστηκε πρώτα στο trikalaenimerosi.gr.

Related Articles

Back to top button