Υγεία

Μάρω Κοντού: Η αξέχαστη Ελενίτσα, η κυρία Κοκοβίκου, που έζησε ακριβώς όπως ήθελε

Μάρω Κοντού

Ήταν η αξέχαστη Ελενίτσα Κοκοβίκου του «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα», η Ρένα στα «Κίτρινα Γάντια», η παρτενέρ του Δημήτρη Χορν, του Λάμπρου Κωνσταντάρα και του Γιώργου Κωνσταντίνου. Η Μάρω Κοντού, που πέθανε την Τετάρτη (15.07.2026) σε ηλικία 92 ετών, ήταν μια γυναίκα που κουβαλούσε μια σπάνια αρχοντιά, μια φυσική κομψότητα και μια ανεξαρτησία που δεν εγκατέλειψε ποτέ.

Ψηλή, κοντά μαλλιά, μεγάλα εκφραστικά μάτια και μια ευρωπαϊκή φινέτσα ασυνήθιστη για την εποχή, η Μάρω Κοντού, που έφυγε στα 92 της χρόνια και προκάλεσε μεγάλη θλίψη – ξεχώριζε. Ο φακός την αγάπησε από την πρώτη στιγμή και δεν σταμάτησε ποτέ να την αγαπάει . Όμως πίσω από την εικόνα της λαμπερής σταρ κρυβόταν μια γυναίκα που γνώρισε πολύ νωρίς την απώλεια, πάλεψε με τις ανασφάλειές της και πέρασε ολόκληρη τη ζωή της διεκδικώντας το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για τον εαυτό της.

Πολύπλευρο ταλέντο και με μεγάλη ερμηνευτική γκάμα, η Μάρω Κοντού έπαιξε με άνεση από κωμωδίες, κομεντί και φάρσες, μέχρι δράματα και περιπέτειες, δίπλα σε όλους τους μεγάλους ζεν πρεμιέ του ελληνικού σινεμά, αλλά και πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες, συνεργάστηκε με πολλούς σκηνοθέτες, ενώ αυτός που της έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στη μακρά καριέρα της, ήταν ο Γιώργος Τζαβέλλας, δίνοντάς της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπέροχη κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα», δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου. «Αντίο Ελενίτσα μου, άλλα είχαμε συμφωνήσει» ήταν τα λόγια του για να την αποχαιρετήσει. 

Τα παιδικά χρόνια που την μεγάλωσαν απότομα

Η Μάρω Κοντού γεννήθηκε στο Κουκάκι στις 21 Ιουνίου του 1934, ενώ είχε καταγωγή από τα Ψαρά. Ο πατέρας της ήταν Πειραιώτης έμπορος, με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, που έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από τη φυματίωση, όταν εκείνη ήταν μόλις δύο χρόνων.

Μεγάλωσε με τη μητέρα της και τη γιαγιά της στο Κουκάκι, ενώ είχε για γείτονες την οικογένεια του Μάριου Πλωρίτη, την φίλη της Κατερίνα Γιουλάκη και τη Νάνα Μούσχουρη.

Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε, όμως η μοίρα χτύπησε ξανά την πόρτα της οικογένειας. Ο δεύτερος σύζυγός της, ναυτικός στο επάγγελμα, χάθηκε όταν το πλοίο του τορπιλίστηκε στη διάρκεια του πολέμου. «Πάνω που πήγαινα να αρθρώσω ξανά τη λέξη μπαμπά» είχε πει η ίδια.

Χρόνια αργότερα θα έλεγε πως ουσιαστικά δεν είχε παιδικές αναμνήσεις, γιατί τα πρώτα χρόνια της ζωής της ήταν γεμάτα απώλεια και σιωπή.

Μάρω Κοντού
Μάρω Κοντού / NDPPHOTO / NDP PHOTO

Ίσως γι’ αυτό αναγκάστηκε να ωριμάσει από νωρίς. Η δύναμη που θα τη χαρακτήριζε αργότερα είχε αρχίσει να χτίζεται ήδη από τότε.

Η πρώτη μεγάλη επανάσταση

Η τέχνη μπήκε στη ζωή της σχεδόν τυχαία. Στα 14 της χρόνια ψήλωσε απότομα και ένιωθε κάπως άβολα με το σώμα της. Η μητέρα της την έγραψε σε σχολή χορού, πιστεύοντας ότι θα τη βοηθούσε να αποκτήσει καλύτερη στάση σώματος. 

Ο χορός έγινε το καταφύγιό της και σύντομα απέδειξε το ταλέντο της, κερδίζοντας υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία, όμως δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η οικογένειά της, η οποία, επιπλέον, δεν συμμεριζόταν τα όνειρά της. Η μητέρα της επέμενε πως το μέλλον της βρισκόταν στην ασφάλεια μιας θέσης στην Εθνική Τράπεζα.

Η ίδια δεν συμφωνούσε. Στις εξετάσεις δεν απάντησε ούτε σε μία ερώτηση, έγραψε μόνο μια φράση: «Δεν με ενδιαφέρει να προσληφθώ. Με πιέζουν. Ευχαριστώ».

Ήταν η πρώτη φορά που είπε ένα βροντερό «όχι» στις προσδοκίες των άλλων. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν επέτρεψε ποτέ σε κανέναν να αποφασίσει για τη ζωή της. Θα αποφάσιζε πάντα η ίδια. Η ζωή ήταν δική της.

Η οικογένειά της δεν μπορούσε να αποδεχτεί με τίποτα την απόφασή της να γίνει ηθοποιός. Η γιαγιά της αντέδρασε έντονα, θεωρώντας πως το θέατρο δεν ταίριαζε σε μια νέα γυναίκα. Η ίδια όμως δεν έκανε πίσω. «Η μαμά δεν είχε τόσο μεγάλη αντίρρηση, όσο η γιαγιά μου. Είπε ότι είμαι ένα που@@@@κι, γύρισε την πλάτη της και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Αυτό εγώ το ‘φερνα μαζί μου, βέβαια, πολλά χρόνια» είχε πει η Μάρω Κοντού στη συνέντευξή της στη Νίκη Λυμπεράκη στο Mega. 

Το 1954 ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή της Επιδαύρου, συμμετέχοντας στον Χορό του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί είχε την τύχη να συνεργαστεί με ιερά τέρατα όπως ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού και η Άννα Συνοδινού.

Λίγο αργότερα εμφανίστηκε δίπλα στον Δημήτρη Χορν, ο οποίος διέκρινε αμέσως το ταλέντο της. Εκείνος της εμπιστεύθηκε σημαντικούς ρόλους και τη στήριξε στα πρώτα της βήματα, ενώ η συνεργασία τους στην ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι έμελλε να γίνει σταθμός στην καριέρα της.

Χρόνια αργότερα θυμόταν ακόμη τη συμβουλή του Χορν όταν εκείνη παραπονέθηκε πως είχε μόνο δύο τραγούδια στην παράσταση.

«Αυτά θα μείνουν», της είπε. Και πράγματι, η «Μαύρη Φορντ» έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια της.

Η σταρ που δεν σνόμπαρε ποτέ το λαϊκό σινεμά

Ο κινηματογράφος άνοιξε μπροστά της έναν καινούργιο κόσμο. Μέσα σε λίγα χρόνια πρωταγωνίστησε σε περισσότερες από εξήντα ταινίες, δημιουργώντας μερικά από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά ζευγάρια του ελληνικού σινεμά.

Με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Δημήτρη Χορν, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τον Κώστα Βουτσά και τον Νίκο Σταυρίδη έγραψε ιστορία.

Η ίδια δεν έκρυψε ποτέ ότι θεωρούσε τις λαϊκές κωμωδίες εξίσου σημαντικές με κάθε άλλη μορφή θεάτρου.

Δεν αποδέχτηκε ποτέ τη λογική που ήθελε τις ταινίες της Finos Film να θεωρούνται «ελαφριές». Πίστευε πως αυτές οι ιστορίες έκαναν τον κόσμο να γελάει, να συγκινείται και να γεμίζει τις αίθουσες, και αυτό ήταν αρκετό.

Η Κοντού θα μπει στο εμπορικό θέατρο και αμέσως θα κάνει το ντεμπούτο της στο σινεμά με ένα μικρό ρόλο στην ταινία «Χαρούμενο Ξύπνημα», ένα πρωτόλειο ρομαντικό μιούζικαλ του Ντίνου Δημόπουλου, με πρωταγωνιστές, φυσικά, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Νίκο Ρίζο και τον Γιώργο Οικονομίδη. Τη διεύθυνση φωτογραφίας έκανε ο νιόβγαλτος Αριστείδης Καρύδης Φουξ, μετέπειτα πρώτος σύζυγος της Κοντού.

Θα ακολουθήσουν και άλλοι μικροί ρόλοι, αλλά ειδικά στα δυο αστυνομικά νουάρ «Έγκλημα στο Κολωνάκι» και «Έγκλημα στα Παρασκήνια», που γυρίστηκαν την ίδια χρονιά (1958) και βασίζονταν στα βιβλία του Γιάννη Μαρή, η Μάρω Κοντού θα πείσει για την ερμηνευτική της ικανότητα, δείχνοντας μεγαλύτερη από την ηλικία της – ακόμη και ως μοιραία γυναίκα.

Έτσι, το 1960 θα έρθουν δυο μεγάλες επιτυχίες, η ευχάριστη κομεντί «Τρεις Κούκλες κι Εγώ» με πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο και πάλι, αλλά και τα κλασικά πλέον «Κίτρινα Γάντια» του Αλέκου Σακελλάριου, υποδυόμενη την ταλαίπωρη σύζυγο από την αρρωστημένη ζήλια του Νίκου Σταυρίδη.

Αλίμονο στους Νέους

Το 1961 θα της δοθεί η ευκαιρία να παίξει στην εξαιρετική διασκευή της «Αντιγόνης» του Γιώργου Τζαβέλλα, κρατώντας με αυτοπεποίθηση τον εύθραυστο ρόλο της Ισμήνης, στο πλευρό της Ειρήνης Παπά και του Μάνου Κατράκη.

Την ίδια χρονιά, θα ερμηνεύσει τον ερωτικό πόθο του ήδη καταξιωμένου και μέντορά της όπως έλεγε η ίδια χρόνια μετά, Δημήτρη Χορν, στο φιλμ του Σακελλάριου «Αλίμονο στους Νέους», ενώ τον επόμενο χρόνο θα βρεθεί και πάλι στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην συμπαθέστατη φάρσα «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης».

Μάρω Κοντού και Γιώργος Κωνσταντίνου / NDP

Η Δε Γυνή

Στη «Σοφερίνα» του 1964, θα κερδίσει τις εντυπώσεις από την «εθνική σταρ» Αλίκη Βουγιουκλάκη, υποδυόμενη με μοναδική χάρη την άστατη και ελαφρόμυαλη γυναίκα, που όμως θα της συγχωρούσες τα πάντα.

Για να έρθει το 1965 και η περίφημη κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα», όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου υποδύθηκαν το ζεύγος Κοκοβίκου, ένα από τα πλέον αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Τελευταία συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ ήταν στην αξέχαστη κωμωδία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» δίπλα στον Αλέκο Αλεξανδράκη.

Τα επόμενα χρόνια, θα συνθέσει, μαζί με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα ένα από τα πιο πετυχημένα κινηματογραφικά ζευγάρια, γυρίζοντας συνολικά 13 ταινίες απ’ τις οποίες ξεχωρίζουν «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι», «Ο Καπετάν Φάντης Μπαστούνης» και «Ο Τζαναμπέτης».

Η τελευταία ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου που γύρισε ήταν η «Συμμορία Εραστών» το 1972, στην οποία συμμετείχε και πάλι με τον Ντίνο Ηλιόπουλο.

Αν και καταξιωμένη, η Μάρω Κοντού δεν φοβήθηκε ποτέ να μπει στη νέα εποχή του θεάματος είτε στο θέατρο, είτε στο νέο φρούτο της εποχής, την τηλεόραση, ενώ έπαιξε και σε κάποιες ταινίες, όπως στη δραματική κομεντί «Αν» που γύρισε το 2012 ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, υποδυόμενη για τελευταία φορά την Ελενίτσα Κοκοβίκου, έχοντας και πάλι δίπλα της τον Γιώργο Κωνσταντίνου και στη σειρά «Γη της Ελιάς» όπου η Μάρω Κοντού υποδύθηκε τη Μαρία Αναγνώστου. 

Μάρω Κοντού και Λάκης Λαζόπουλος
Μάρω Κοντού και Λάκης Λαζόπουλος / NDP PHOTO

Η γυναίκα πίσω από τον μύθο

Παρά την ομορφιά της και τον θαυμασμό που προκαλούσε, η προσωπική της ζωή δεν υπήρξε ανέφελη. Παντρεύτηκε δύο φορές και ερωτεύτηκε βαθιά τρεις, όπως έλεγε η ίδια.

Ο πρώτος μεγάλος έρωτας ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας της Finos Film, Αριστείδης Καρύδης Φουξ. Για χάρη του διέλυσε ακόμη και τον αρραβώνα της με έναν γνωστό εφοπλιστή, ακολουθώντας αυτό που της υπαγόρευε η καρδιά της.

«Ήμουν αρραβωνιασμένη όταν γνώρισα τον Αριστείδη Καρύδη Φουξ, από συνοικέσιο, η μαμά μου με τον κύριο τάδε, εφοπλιστής αυτός, είχαν δώσει λόγο. Ήμουν τότε 22 χρονών. Πέταξα τη βέρα μου όταν φλερτάραμε. Αν παντρευόμουν τον άντρα που είχα αρραβωνιαστεί, τώρα θα ήμουν κυρία… εφοπλιστού, αλλά δεν με ένοιαζε.

Πιθανό να τον ξέρετε, αλλά δεν θα πω όνομα, έχει πεθάνει ο άνθρωπος. Με τον Αριστείδη παντρευτήκαμε μετά από δύο χρόνια» είχε εκμυστηρευτεί η ίδια, πριν λίγο καιρό, στην τελευταία της συνέντευξη, στην εκπομπή της Νίκης Λυμπεράκη.

Ο γάμος τους δεν άντεξε αλλά ποτέ δεν έσβησε η εκτίμηση μεταξύ τους.

Ο δεύτερος γάμος της με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα αποδείχθηκε επίσης σύντομος. Η ίδια παραδέχτηκε αργότερα πως ήταν μια βιαστική απόφαση, όμως δεν μετάνιωσε για καμία επιλογή της.

«Ο δεύτερος γάμος μου ήταν μικρής διάρκειας, ήταν ένα λάθος. Δικό μου λάθος. Ένας αξιόλογος χαριτωμένος άνθρωπος, αλλά ήταν λάθος, δεν έπρεπε εγώ να παντρευτώ, ήταν δική του η πίεση. Παντρευτήκαμε πριν δοκιμαστούμε αν μπορούμε να κάνουμε μαζί» είχε εξομολογηθεί η ίδια.

Η πληγή που δεν έκλεισε ποτέ

Υπήρχε, ωστόσο, μια απουσία που τη σημάδεψε περισσότερο από κάθε άλλη. Η Μάρω Κοντού δεν μπόρεσε να αποκτήσει παιδί.
Για πολλά χρόνια αυτό έγινε η μεγαλύτερη ανασφάλειά της.

Παρότι όλοι την περιέγραφαν ως μια από τις πιο όμορφες γυναίκες της εποχής, εκείνη αισθανόταν πως της έλειπε κάτι θεμελιώδες.

Έφτασε μάλιστα να περιγράφει αυτή την αδυναμία σαν «αναπηρία», μια λέξη που αποτύπωνε πόσο βαθιά τη βασάνιζε το θέμα.

Χρειάστηκαν δεκαετίες προσωπικής δουλειάς και ψυχανάλυσης για να συμφιλιωθεί με αυτή την πραγματικότητα και να καταλάβει πως η αξία ενός ανθρώπου δεν ορίζεται από τη μητρότητα.

Ένα από τα στοιχεία που την έκαναν ξεχωριστή ήταν η ειλικρίνεια.

Παραδέχθηκε δημόσια πως είχε κάνει αισθητικές επεμβάσεις, πολύ πριν αυτό γίνει συνηθισμένο.

Μιλούσε χωρίς ντροπή για τις ζήλιες της, για τα λάθη της, ακόμη και για τις στιγμές που είχε στείλει λουλούδια στον εαυτό της μόνο και μόνο για να προκαλέσει τη ζήλια κάποιου συντρόφου. Εξίσου ανοιχτά μιλούσε και για την ψυχανάλυση, την οποία ξεκίνησε μετά τα 50 της χρόνια.

Όπως έλεγε, ήταν ίσως η σημαντικότερη επένδυση που έκανε ποτέ στον εαυτό της. Χάρη σε αυτήν έμαθε να αγαπά τον εαυτό της, να μην κουβαλά ενοχές και να αφήνει πίσω της όσα την πλήγωναν.

Η ζωή μετά τα φώτα

Η Μάρω Κοντού συμμετείχε σε περίπου 90 θεατρικές παραγωγές, τηλεοπτικές σειρές, ενώ ασχολήθηκε και με την πολιτική, υπηρετώντας ως βουλευτής και δημοτική σύμβουλος.

Στην προσωπική της ζωή ανακάλυψε νέες χαρές. Ζωγράφιζε, μαγείρευε, φρόντιζε τον κήπο της, κατασκεύαζε μόνη της μικρά έπιπλα, έπαιζε μπιρίμπα και απολάμβανε την ηρεμία του σπιτιού της.

Μετά τα 70 είχε δηλώσει πως δεν αναζητούσε πλέον σύντροφο.

«Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκλαψα και έκλαψαν για μένα. Τι άλλο να ζητήσω;», έλεγε χαμογελώντας.

Τα τελευταία χρόνια έδειχνε πιο γαλήνια από ποτέ.

Δεν φοβόταν τον χρόνο. Αντίθετα, έλεγε πως τα χρόνια την έκαναν σοφότερη, πιο ήρεμη και λιγότερο αυστηρή με τον εαυτό της.

Με χιούμορ περιέγραφε πως κάθε πρωί κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και γελούσε με την ηλικία της, γιατί μέσα της ένιωθε ακόμη νέα.

Δεν πίστευε στην τελειότητα, πίστευε όμως στην αυτογνωσία.

Ίσως γι’ αυτό κατάφερε να παραμείνει αγαπητή μέχρι το τέλος. Δεν προσπάθησε ποτέ να χτίσει έναν μύθο γύρω από το όνομά της. Άφησε τον κόσμο να γνωρίσει τις αδυναμίες, τα λάθη, τις φοβίες και τις πληγές της. Και τελικά αυτό ήταν που την έκανε ακόμη πιο σπουδαία.

To άρθρο Μάρω Κοντού: Η αξέχαστη Ελενίτσα, η κυρία Κοκοβίκου, που έζησε ακριβώς όπως ήθελε δημοσιεύτηκε στο NewsIT .

Related Articles

Back to top button